Τα Παιδεία Παίζει!!!


Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Το Χοντρό Μπιζέλι - Παιδικό τραγουδάκι

Ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων....

Πέμπτη, 16 Ιουλίου 2009

Ο ερωτευμένος Άνεμος (Ινδιάνικο παραμύθι)


Πριν πάρα πολλά χρόνια, δε θυμάμαι πόσα ακριβώς, σε μια χώρα μακρινή ζούσε μια φυλή ινδιάνων. Ο ινδιάνος αρχηγός της φυλής είχε μια πανέμορφη και νέα κόρη που όλοι θαύμαζαν αλλά κανένας δεν είχε αγγίξει ακόμα. Μια μέρα όπως καθόταν έξω από τη σκηνή του ο μεγάλος αρχηγός, τον επισκέφτηκε ο Άνεμος και του είπε: - "Μεγάλε αρχηγέ, αγαπάω την κόρη σου και με αγαπά και εκείνη. Θα μου τη δώσεις να γίνει γυναίκα μου;" - "Όχι", του απάντησε απότομα ο αρχηγός χωρίς να δεχτεί δεύτερη κουβέντα. Την επόμενη μέρα η αγνή κοπέλα προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα της, - "Πατέρα, αγαπάω τον Άνεμο. Θα μου επιτρέψεις να πάω μαζί του στο κατάλυμα του και να γίνω γυναίκα του;" - "Όχι", της απάντησε αυστηρά ο αρχηγός. "Δε σου το επιτρέπω. Όταν ο Άνεμος ήταν παιδί, συνήθιζε να έρχεται στο αντίσκηνο μου μέσα από μικρές χαραμάδες και έσβηνε πάντοτε τη φωτιά που προσπαθούσα με τόσο κόπο να ανάψω. Δε γνωρίζει ούτε να πολεμάει, ούτε να κυνηγάει και δε σου επιτρέπω να γίνεις γυναίκα του." Ευθύς αμέσως, ο αρχηγός άρπαξε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σε ένα αδιαπέραστο δάσος από μαύρα έλατα για να την κρύψει από τον Άνεμο. - "Ο Άνεμος ίσως να την έβλεπε αν την έκρυβα μέσα σε ένα πευκόδασος, όμως δε θα μπορέσει ποτέ να τη διακρίνει μέσα σε ένα τόσο πυκνό δάσος από μαύρα έλατα", σκέφτηκε δυνατά. Όμως ο Άνεμος είχε ήδη γίνει αόρατος και όλη την ώρα που ο αρχηγός μονολογούσε έστεκε εκεί κοντά και άκουγε προσεκτικά κάθε του λέξη. Έτσι όταν ήρθε η επόμενη νύχτα, ο Άνεμος άρχισε να τρέχει γύρω γύρω από το πυκνό μαύρο δάσος μέχρι που βρήκε ένα μικρό κενό και μπόρεσε να εισχωρήσει ανάμεσα από τα δέντρα. Έψαξε αρκετά παρ' όλες τις δυσκολίες, μα στο τέλος κατάφερε να βρει τη νεαρή κοπέλα και να τη βγάλει από το πυκνό δάσος. Δε τόλμησε να πλησιάσει τους άλλους Ινδιάνους ξανά γιατί φοβόταν πως ο αρχηγός θα του πάρει την όμορφη κοπέλα κι έτσι έψαξε άλλο τόπο για να ζήσουν μακριά τους. Ταξίδεψαν αρκετά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας με κατεύθυνση προς το βορρά. Κάποια στιγμή βρήκαν μια πολύ όμορφη περιοχή για να στήσουν το κατάλυμα που θα στέγαζε τον έρωτα τους. Την ίδια κιόλας νύχτα την πήρε στην αγκαλιά του και την έκανε γυναίκα του. Χαιρόταν τον έρωτα τους ευτυχισμένοι και κανένας από τους δύο δε μπορούσε να σκεφτεί πως ο αρχηγός θα μπορούσε να τους εντοπίσει. Όμως ο πατέρας της κοπέλας τους έψαχνε σα μανιασμένος μέχρι που στο τέλος ανακάλυψε το κατάλυμα τους. Τότε ο Άνεμος έκρυψε τη νεαρή γυναίκα του και έγινε αόρατος, όμως ο μεγάλος Αρχηγός άρχισε να καταστρέφει τα πάντα γύρω του με τα όπλα που είχε φέρει μαζί του και χωρίς να το γνωρίζει κατάφερε ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι του Άνεμου που τον άφησε αναίσθητο. Όταν ο άνεμος ξαναβρήκε τις αισθήσεις του ανακάλυψε πως η γυναίκα του είχε εξαφανιστεί και άρχισε να την ψάχνει. Περιπλανήθηκε σαν τρελός στα δάση της περιοχής και στο τέλος την είδε μέσα σε ένα κανό που οδηγούσε ο πατέρας της στο Μεγάλο-Νερό. - "Έλα μαζί μου," άρχισε να της φωνάζει με απελπισία. Η κοπέλα κατατρόμαξε και το πρόσωπο της έγινε λευκό σαν το χιόνι, γιατί δεν έβλεπε τίποτα γύρω της, ενώ άκουγε την φωνή του αγαπημένου της να την καλεί απελπισμένα. Ο Άνεμος, μετά το χτύπημα που είχε δεχτεί στο κεφάλι από τον πατέρα της, είχε ξεχάσει πως να μεταμορφώνεται και είχε παραμείνει αόρατος. Ο Άνεμος θύμωσε τόσο πολύ τότε με τον αρχηγό που φύσηξε με όλη του τη δύναμη πάνω στο κανό. - "Ας αναποδογυρίσει", σκέφτηκε. "Μπορώ να μεταφέρω τη γυναίκα μου ασφαλή στην ξηρά." Έτσι το κανό αναποδογύρισε με το φύσημα του ανέμου και ο αρχηγός με την κόρη του πέσανε μέσα στο νερό. - "Έλα αγαπημένη μου, πιάσε το χέρι μου", φώναζε ο άνεμος στην κοπέλα. Μα δε θυμόταν πως ήταν αόρατος και ότι η κοπέλα δε θα μπορούσε να δει το χέρι του. Κι έτσι η κοπέλα άρχισε να βουλιάζει, να βουλιάζει, μέχρι που έφτασε στον πάτο της λίμνης. Κι ο αρχηγός φυσικά έχασε τη ζωή του μια και ο Άνεμος δεν προσπάθησε να τον βοηθήσει. Όταν ο Άνεμος κατάλαβε πως η αγαπημένη του έχασε τη ζωή της εξαιτίας του, γέμισε θλίψη και άρχισε να αγριεύει. - "Ο άνεμος ποτέ δε φυσούσε τόσο δυνατά και θλιμμένα" έλεγαν οι ινδιάνοι μεταξύ τους ενώ προσπαθούσαν να προφυλαχθούν μέσα στα αντίσκηνα τους. Το Μεγάλο Πνεύμα λυπήθηκε την κοπέλα που έχασε τη ζωή της τόσο άδικα πέφτοντας στο νερό και την επόμενη νύχτα την μετέφερε ψηλά στα αστέρια και της έδωσε ένα σπίτι στο φεγγάρι. Η κοπέλα ζει ακόμα εκεί, όμως το πρόσωπο της έμεινε κατάλευκο, όπως ήταν τη στιγμή που τρομαγμένη έπεσε από το κανό. Έτσι τις νύχτες, στο σεληνόφως, κοιτάζει κάτω στη Γη, προσπαθώντας να βρει τον αγαπημένο της Άνεμο αλλά δεν ξέρει πως είναι αόρατος. Ο Άνεμος πάλι, δε γνωρίζει πως εκεί ψηλά στο φεγγάρι βρίσκεται η αγαπημένη του γυναίκα που χάθηκε και έτσι περιπλανιέται στα δάση και ψάχνει ανάμεσα στα βράχια των βουνών να τη βρει, όμως ποτέ δε σκέφτεται να κοιτάξει ψηλά στο φεγγάρι...
Florence Holbrook " The Book of Nature Myths", 1904

Φτιάξτε όλοι τα δικά σας παραμύθια...

Εγώ έχω το δικό μου...!

Παρασκευή, 10 Ιουλίου 2009

Η νεράιδα των Ρόδων

Στη μέση ενός κήπου φύτρωνε μια τριανταφυλλιά, που ήτανε πάντα γεμάτη από μεγάλα κι ευωδιαστά τριαντάφυλλα. Μέσα στο πιο όμορφο κατοικούσε μια μικρή νεράιδα, η νεράιδα των ρόδων. Ήτανε, όμως, τόσο μικρούλα, που μάτι ανθρώπου δεν μπορούσε να την δει. Ήτανε τόσο όμορφη και χαριτωμένη, όσο κανένα παιδί στον κόσμο, κι είχε και δυο πολύχρωμες φτερούγες, που κατέβαιναν από τους ώμους ως τα πόδια της.

Όλη τη μέρα έπαιζε στον ήλιο, πετώντας από το ένα τριαντάφυλλο στο άλλο ή χορεύοντας πάω στα φτερά της φίλης της πεταλούδας. Ή πάλι της άρεσε να περπατάει πάνω στα μεγάλα φύλλα της φλαμουριάς, λογαριάζοντας πόσα βήματα έπρεπε να κάνει, για να πάει από τη μια άκρη στην άλλη.

Μια μέρα, ξεχάστηκε από το παιχνίδι κι ο ήλιος είχε κιόλας βασιλέψει. Άρχισε να φυσάει άνεμος κι έπεσε δροσιά. Βιάστηκε να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, αλλά το τριαντάφυλλο είχε κλείσει πια τα πέταλά του κι η νεράιδα δε μπορούσε να μπει μέσα. Το ίδιο και τ' άλλα τριαντάφυλλα, όλα ήταν κλειστά. - Δυστυχία μου! κλαψούρισε. Τι θα κάνω τώρα η φτωχή; Σίγουρα θα πεθάνω από το κρύο.

Βλέπετε, ήταν η πρώτη φορά που έμενε έξω τη νύχτα κι η καημενούλα δεν ήξερε τι να κάνει. Τότε θυμήθηκε μια παραγκούλα στην άκρη του κήπου, που ήτανε σκεπασμένη με περικοκλάδες, με κάτι φύλλα σαν μεγάλα ζωγραφιστά χωνιά. - Θα πάω να χωθώ εκεί μέσα, σκέφτηκε και πέταξε προς τα εκεί.

Δύο άνθρωποι ήταν μέσα, ένας όμορφος νέος και μια χαριτωμένη κοπέλα, που καθόντουσαν ο ένας πλάι στον άλλον. - Γιατί, Θεούλη μου; ρωτούσε κλαίγοντας η κοπέλα. - Κι όμως, πρέπει να χωριστούμε, καλή μου, έλεγε ο νέος. Ο αδερφός σου δεν με συμπαθεί, γιαυτό με στέλνει σε τόσο μακρινούς τόπους, πέρα από τις λίμνες και τα βουνά. Αντίο, γλυκιά μου αρραβωνιαστικιά!

Η κοπέλα έκλαιγε γοερά και του πρόσφερε ένα τριαντάφυλλο, πριν του το δώσει όμως, το φίλησε με τόσο πάθος που αυτό άνοιξε. Γρήγορα - γρήγορα η νεραϊδούλα τρύπωσε μέσα και πλάγιασε ανάμεσα σε δυο μυρωδάτα ροδοπέταλα.

Οι δύο νέοι χώρισαν κι ο νέος έβαλε το τριαντάφυλλο στο στήθος του. Πω πω, τι δυνατά που χτυπούσε η καρδιά του! Η νεραϊδούλα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Τόσο δυνατά χτυπούσε! Τικ τακ! Τικ τακ! Σαν καλοκουρδισμένο ρολόι. Κάθε τόσο, καθώς προχωρούσε μέσα στο δάσος, ο νέος έβγαζε το τριαντάφυλλο και το φιλούσε τόσο δυνατά, που η νεράιδα κόντευε να σκάσει.

Μα να! Ξαφνικά, παρουσιάστηκε ένας άλλος άντρας. Ήταν θυμωμένος και φαινόταν πολύ κακός. Ήταν ο αδερφός της κοπέλας. Αμέσως, έπεσε πάνω στο νέο και τον σκότωσε. Μετά, του έκοψε το κεφάλι και τον έθαψε κάτω από τη φλαμουριά.
- Τώρα η αδερφή μου θα νομίζει ότι ταξιδεύει, φώναξε δυνατά, γελώντας ο κακός αδερφός. Δεν θα ξανάρθει πια κι έτσι αυτή θα τον ξεχάσει. Και γύρισε πίσω στο σπίτι του. Όχι μόνος του όμως! Σ' ένα φύλλο φλαμουριάς, που είχε πέσει πάνω στο κεφάλι του, ήταν η μικρή νεράιδα.

Όταν έφτασε στο σπίτι του, έσκυψε πάνω από το κρεβάτι της αδερφής του που κοιμότανε, και γέλασε άγρια. Τότε το φύλλο έπεσε πάνω στην κουβέρτα, αλλά αυτός δεν το πήρε είδηση και βγήκε από το δωμάτιο της.

Η νεράιδα γλίστρησε τότε μέσα στο αυτί της κοιμισμένης κοπέλας, που ονειρευότανε τον καλό της, και της διηγήθηκε, σαν μέσα στ' όνειρο της, τι είχε συμβεί.
- Για να μη νομίζεις πως όλα αυτά τα είδες στον ύπνο σου, θα βρεις πάνω στο κρεβάτι σου ένα ξερόφυλλο φλαμουριάς, της είπε στο τέλος. Πραγματικά, εκείνη το βρήκε μόλις ξύπνησε κι έκλαψε πικρά για τον χαμό του αγαπημένου της. Και δεν τολμούσε να πει τον πόνο της σε κανένα. Τόσο πολύ φοβότανε τον κακό αδερφό της!

Όταν νύχτωσε, πήγε στο δάσος και βρήκε το μέρος, όπου ήταν θαμμένος ο νέος. Πήρε το χλωμό κεφάλι του και το έβαλε σε μία μεγάλη γλάστρα, το σκέπασε με χώμα και φύτεψε πάνω του ένα κλαδί γιασεμί.

Από τότε κάθε μέρα έχυνε πικρά δάκρυα μέσα στη γλάστρα, κι όσο αυτή χλόμιαζε κι αδυνάτιζε από τη μεγάλη της λύπη, τόσο το γιασεμί πρασίνιζε κι έβγαζε λουλούδια. Έτσι, ένα πρωινό η κοπέλα πέθανε ήσυχα - ήσυχα πλάι στη μεγάλη γλάστρα και πήγε στον ουρανό για να ξαναβρεί τον αγαπημένο της. Τα γιασεμιά ανοίξανε τα πέταλά τους και σκόρπισαν την πιο γλυκιά ευωδιά τους, γιατί δεν μπορούσαν να κλάψουν αλλιώς για το θάνατό της. Ο κακός αδερφός, όμως, πήρε το όμορφο λουλούδι στο δωμάτιό του, γιατί του άρεσε να το βλέπει και να το μυρίζεται.

Η νεράιδα των ρόδων πετούσε από λουλούδι σε λουλούδι, πάνω στο γιασεμί, και σε όλα διηγιόταν τη θλιβερή ιστορία.
- Το ξέρουμε, το ξέρουμε! έλεγαν όλα λυπημένα. Μήπως δεν ανθίσαμε από τα μάτια και τα χείλια του αδικοσκοτωμένου; Και κουνούσαν λυπημένα τα κεφαλάκια τους.

Η νεράιδα αποφάσισε να τιμωρήσει τον κακό αδερφό και δίχως να χάσει καιρό πάει στη βασίλισσα των μελισσών.
- Το και το συμβαίνει βασίλισσά μου, της λέει. Πρέπει να τιμωρήσουμε τον κακό αδερφό. Αμέσως η βασίλισσα διέταξε τις μέλισσες να σκοτώσουν τον δολοφόνο. Στη στιγμή ξεκίνησαν οι εργατικές μέλισσες για την αποστολή τους. Πήγαν και κάθισαν πάνω στα χείλη του, όπως κοιμόταν, και με τα κεντριά τους, που τα είχαν από πριν βουτήξει μέσα σε δηλητήριο, του τσίμπησαν τη γλώσσα και τον σκότωσαν.

Όταν τον ανακάλυψαν οι άνθρωποι, στάθηκαν τριγύρω του, προσπαθώντας να καταλάβουν από τι πέθανε.
- Θα τον σκότωσε η μυρωδιά του γιασεμιού, είπαν και για να το τιμωρήσουν σκέφτηκαν να το πετάξουν έξω από το παράθυρο. Ένας άνθρωπος έπιασε τη γλάστρα, αλλά η νεράιδα πετώντας γρήγορα προς το μέρος του, του δίνει με όλη της τη δύναμη ένα χτύπημα με το ραβδάκι που κρατούσε, που η γλάστρα του έφυγε απ' τα χέρια, έπεσε κάτω κι έσπασε. Είδαν τότε όλοι το κεφάλι του πεθαμένου και κατάλαβαν πως ο κακός αδερφός ήταν αυτός που τον είχε σκοτώσει.
- Δίκαια τιμωρήθηκε, είπε τότε κάποιος από τους ανθρώπους και όλοι συμφώνησαν μαζί του. Οι κακές μας πράξεις πάντοτε στο τέλος τιμωρούνται σκληρά.

"Της γιαγιάς τα παραμύθια"
Ε.ΜΟΚΑΣ - ΜΟΡΦΩΤΙΚΗ

Το ερωτευμένο αστέρι - Παραμύθι

Το ασχημόπαπο


Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ' ένα καταπράσινο αγρόκτημα μια πάπια. Είχε φτιάξει ανάμεσα σε κάτι καλάμια μια μικρή φωλιά κι εκεί κλωσούσε τα αυγά της. Κάθε μέρα καθόταν ώρες ολόκληρες πάνω στα αβγουλάκια, τα ζέσταινε και περίμενε πως και πως να βγουν από μέσα τους τα μικρά παπάκια.

Ώσπου μια μέρα τα αυγά άρχισαν να ραγίζουν κι από μέσα ξεπρόβαλαν όμορφα, κίτρινα παπάκια. Η πάπια καμάρωνε τα παιδάκια της, αλλά κοιτούσε με ανησυχία ένα αυγό που δεν είχε ακόμα σπάσει... Όταν έσπασε από μέσα δε βγήκε ένα παπάκι όπως τα προηγούμενα! Η πάπια κοίταξε με περιέργεια αυτό το πλασματάκι που είχε γκρίζο τρίχωμα και ήταν πιο άσχημο απ τα άλλα παπάκια.
-Βρες λες να το αυγό να ήταν από γαλοπούλα;-Σκεφτόταν η πάπια καθώς καμάρωνε τα παπάκια της.-Θα δούμε..Αν είναι γαλόπουλο θα φοβάται να μπει στο νερό.

Έτσι όταν πέρασαν λίγες μέρες η πάπια πήρε τα παπάκια της και πήγαν στην λιμνούλα που ήταν εκεί κοντά. Όλα τα παπάκια ακόμα και το γκρίζο παπάκι βούτηξαν χαρούμενα στο νερό και ακλούθησαν τη μανούλα τους. Η πάπια σαν είδε και το γκρίζο παπί να μπαίνει στο νερό πείστηκε πως ήταν σίγουρα δικό της και αποφάσισε να το αγαπάει όπως και τα άλλα της παιδιά.

Ο καιρός περνούσε κι ενώ τα αδέρφια του γινόταν όλο και πιο όμορφα αυτό φαινόταν όλο και πιο άσχημο δίπλα τους. Τα ζώα του αγροκτήματος το κορόιδευαν, το ίδιο και τα αδέρφια του. Εκείνο στενοχωρημένο έτρεχε και κρυβόταν κάτω από τα πούπουλα της μαμάς-πάπιας. Μην στενοχωριέσαι παιδάκι μου, του έλεγε εκείνη που το αγαπούσε. Δεν είσαι άσχημο, είσαι απλά διαφορετικό.

Μια μέρα όμως μια από τις κότες στο αγρόκτημα το πήρε στο κυνήγι τσιμπώντας το.Τα άλλα ζώα βρήκαν την ευκαιρία και άρχισαν να υποστηρίζουν την κότα.
- Να φύγεις από εδώ.Δεν είναι εδώ η θέση σου. Είσαι πολύ άσχημο και δε σ'αγαπάει κανείς!
- ΝΑΙ! ΦΥΓΕ!
Το παπάκι απογοητευμένο αποφάσισε να φύγει. Πήδηξε το φράχτη της αυλής και ξεκίνησε να βρει ένα μέρος που δεν θα το κορόιδευαν πια. Με τα πολλά έφτασε σε μια απομονωμένη λίμνη και κει κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Μια μέρα εκεί που βγήκε από τη σπηλιά μήπως έβρισκε τίποτα σκουληκάκια για να φάει είδε στον ουρανό κάτι πανέμορφα πουλιά να πετούν.Τα θαύμαζε πολύ ώρα μα μόλις πλησίασαν τη λίμνη τρομαγμένο μη το κοροϊδέψουν για την ασχήμια του κρύφτηκε πάλι στη σπηλιά του. Πέρασε το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και ο χειμώνας και ήρθε ξανά η άνοιξη.

Είχε περάσει κιόλας ένας χρόνος από τότε που το παπάκι είχε φύγει από το σπίτι του. Μόλις είχαν λιώσει λίγο τα χιόνια βγήκε από τη σπηλιά του για να κολυμπήσει στη λίμνη.Ξάφνου εκεί που κολυμπούσε είδε στα νερά της λίμνης το είδωλο του!Έμεινε έκπληκτο να κοιτάει.Γιατί δεν ήταν πια το γκρίζο και άσχημο παπάκι αλλά ένας μεγάλος και όμορφος κύκνος! Λίγο πιο κει είδε τα όμορφα πουλιά που είχε θαυμάσει τότε, την ώρα που πετούσαν.Ένα από αυτά, το πλησίασε.
- Για δες ένας κύκνος. Είσαι αδελφός μας λοιπόν. Θες να έρθεις μαζί μας; Να μας ακολουθείς στα μακρινά μας ταξίδια;
Το παπάκι που είχε γίνει πια ένας πανέμορφος κύκνος δέχτηκε με χαρά. Αποφάσισε να ακολούθησε τους κύκνους στα μακρινά ταξίδια τους και ετσι γνώρισε όλο το κόσμο.Καμιά φορά περνούσε απ' το αγρόκτημα να δει τη μαμά του. Κι όλα τα ζώα το θαύμαζαν και το ζήλευαν γιατί ήταν ένας όμορφος κύκνος. Κι η μαμά πάπια ήταν περιφανή για το γιο της, το άσχημο παπί που έγινε ο ομορφότερος κύκνος.

Χάνς Κρίστιαν 'Αντερσεν
purple sparkle swan Pictures, Images and Photos

Θυμάστε?


Η κούκλα της Ροδούλας


Ο Αγγελάκος ήξερε πως ούτε κι αυτή την Πρωτοχρονιά θα ερχόταν η αδερφή του, κι ας έλειπε τόσο καιρό στην άγνωστη ξενιτιά. Από τότε που ξαφνικά την πήραν με εκείνο το πένθιμο αυτοκίνητο απ' το σπίτι κι όλο την έδιωχνε με τις θεόρατες χερούκλες του ο χειμωνιάτικος άνεμος, η Ροδούλα δεν ξαναγύρισε πια, έστω για να τους δει μιαν ώρα που έκλαιγαν και τη γύρευαν. Και το παιδί, ένα τόσο δα αγόρι που δεν καταλάβαινε ούτε και δικαιολογούσε τι σημαίνει συγκοπή καρδιάς και θάνατος, έβγαινε κάθε μέρα στους δρόμους και τη φώναζε με τ'όνομά της όλο πόνο και νοσταλγία:
- Ροδούλα! Ε, Ροδούλα...
Μα από κάθε γωνιά της γής, απ' τα δέντρα και τις πέτρες, ξεπήδαγε ο ίδιος πάντα αντίλαλος. Άλλοτε δυνατός και λυπημένος, άλλοτε λειψός:
"Ροδουλα! Ε, Ροδούλα..."
Η ίδια όμως δε φαινόταν πουθενά! Ούτε με το τριανταφυλλένιο φορεματάκι και το φιόγκο στα μαλλιά που την είδε για τελευταία φορά ξαπλωμένη σε κείνο το άσπρο φέρετρο να κοιμάται τόσο βαριά και ασάλευτα, ούτε καν με τη γαλάζια ποδίτσα του σχολείου που πήγαινε το πρωί κι ερχόταν το μεσημέρι παίζοντας ανέβα μήλο - κατέβα ρόδι την τσάντα της. Ούτε έστω με το κάτασπρο νυχτικούλι της καθώς η αδερφούλα του, νωρίς το βράδυ, στεκόταν μπρός στο εικονοστάσι λέγοντας μεγαλόφωνα την προσευχή της για τους γονιούς και τον αδερφό της, για το γάτο και την καρδερίνα τους, για όλο τον κόσμο.

Ο Αγγελάκος ρώταγε κάποτε τη μάνα του για τη Ροδούλα και τ' αυτοκίνητο:
- Και πήγε μακριά, μάνα;
- Ναι, παιδί μου. Πολύ μακριά: όσο δεν τη φτάνει κανείς.
- Και δε μπορεί να γυρίσει στο σπίτι;
- Πως να 'ρθει, Αγγελάκο μου! Χάλασε πια τ' αυτοκίνητο που την πήρε. Χάλασε και δεν ξαναγίνεται...
- Για φαντάσου, μάνα, να μην ξαναγίνεται!

Φέτος την παραμονή της Πρωτοχρονιάς την αναζήτησε και την πόνεσε πιο πολύ απ' όλο τον άλλο καιρό. Οι φίλοι του της γειτονιάς είχαν ταξιδέψει τις μέρες εκείνες με τους δικούς τους άλλοι για την Αθήνα κι άλλοι για κάτι χωριά της Ρούμελης κι ο Αγγελάκος έμεινε έρμος απ' τη συντροφιά τους.

Ωστόσο, εκείνο που τον έκανε περισσότερο να την θυμηθεί, ήταν πως λίγο πριν φύγει η Ροδούλα για πάντα απ' το σπίτι, σίμωναν οι γιορτές και παρακαλούσε τον πατέρα και τη μάνα να της πάρουν για μποναμά μια ξανθιά κουκλίτσα με ροζ δαντελένιο φόρεμα και με μαύρα μάτια που να τ' ανοίγει και να τα κλείνει. Μα δεν είχε προφτάσει! Οι κούκλες που έφερε ο Αγιοβασίλης μαζί του απ' την Καισαρεία, άργησαν πάνω από μια βδομάδα, κι η Ροδούλα δεν είχε το κουράγιο να τις περιμένει...
Ο Αγγελάκος λοιπόν κάθισε και σκέφτηκε: "Καλά τότε που η ίδια βιάστηκε κι εκείνες δεν ήρθαν πιο νωρίς! Φέτος όμως... Δεν πρέπει να πάρει, έστω ένα χρόνο αργότερα, το μποναμά της;

Η ώρα έτρεχε φτεροκοπώντας και το παιδί πήρε αμέσως την απόφασή του: νωρίς νωρίς τ' απόγεμα ξεχύθηκε στην αγορά! Ανακατεύτηκε μέσα στην πολύβουη κίνηση, γύρισε από βιτρίνα σε βιτρίνα, έψαξε ολούθε... Που ήταν η κούκλα που ήθελε η Ροδούλα; Που!
Όταν επιτέλους την είδε σε κάποιο μαγαζί ανάμεσα σ' ένα σωρό άλλα παιχνίδια, άλλα κουρδιστά κι άλλα ξύλινα ή πλαστικά, νόμισε ότι εκείνη άπλωσε απότομα τα δυο μισόγυμνα λεπτοκαμωμένα χεράκια της και του ζήτησε να την πάρει. Του φάνηκε ακόμα πως άνοιξε τάχα και τα κατακόκκινα χείλη της και του μίλησε με το μικρό του όνομα, τόσο τρυφερά κι αγαπημένα, σαν να τον ήξερε από καιρό.

Ο Αγγελάκος σοφίστηκε πρόχειρα ένα ψέμα, μπήκε μέσα στο μαγαζί κι είπε να του δώσουν την κούκλα.
- Μ' έστειλε ο πατέρας μου, συλλάβισε με κόπο, και να την χρεώστε στο λογαριασμό μας.
-Καλά αγόρι μου! αποκρίθηκε πρόθυμα και καλοσυνάτα ο μαγαζάτορας. Θα την πάρεις αμέσως...
- Σας ευχαριστώ, κύριε.
- Είναι για την ξαδερφούλα σου; ρώτησε πάλι με χαμόγελο ο μαγαζάτορας.
Το παιδί δυσκολεύτηκε ν' απαντήσει με δεύτερο ψέμα, μα στο τέλος κατάφερε να μουρμουρίσει δειλά, κατεβάζοντας τα μάτια:
-Και βέβαια... Γι' αυτήν. Πως το καταλάβατε!

Από κεί, κρατώντας κάτω απ' τη μασχάλη του την κούκλα μέσα σε ένα στενόμακρο κουτί, τυλιγμένο όμορφα και δεμένο με μια χρυσοκλωστή, ο Αγγελάκος μπλέχτηκε ανάμεσα στον κόσμο και τράβηξε το δρόμο που πήγαινε στο κοιμητήρι.

Είχε ρωτήσει κι είχε πια μάθει που θα 'βρισκε τη Ροδούλα. Ήταν, λέει, κάτω από λίγο ανασηκωμένο χώμα κοντά σ' ένα μαρμάρινο κενοτάφιο με τη μορφή ενός γέρου ανθρώπου. Και στη μιαν άκρη, λέει, στο χώμα έστεκε ένας άσπρος σταυρός με τ' όνομά της και μια μικρή φωτογραφία πίσω από ένα τζάμι, θαμπό απ' τα πυρωμένα δάκρυα της μάνας τους.

Το παιδί έτρεχε σαν να το κυνηγούσαν - θες ο μαγαζάτορας που θα 'χε μάθει το ψέμα, θες οι άνθρωποι φωνάζοντας το "κλέφτη", θες όμως η μνήμη της Ροδούλας που το 'βιαζε να φτάσει σύντομα στον προορισμό του. Στη σπουδή του απάνω σκούνταγε πότε πότε κανένα διαβάτη, σκόνταφτε, κινδύνευε να πέσει - μα δεν το 'νοιαζε τίποτα! Μονάχα όταν από μακριά φάνηκε η μάντρα του κοιμητηρίου πνιγμένη στα κυπαρίσσια, στάθηκε να ξανασάνει. Από κει και πέρα ερχόταν μια καταθλιπτική σιωπή, κι ένα δέος που λύγιζε τα γόνατα.

Έφεγγε ακόμα η μέρα. Κι από την πόλη ξέμακρα φτεροκοπούσαν ως εκεί, λιπόψυχες βέβαια, οι φωνές του κόσμου που στριμωχνόταν στις πόρτες του χρόνου φωνάζοντας ή και κλαίγοντας να καλωσορίσει τον Αγιοβασίλη...

Ο Αγγελάκος μπήκε απ' την μεγάλη σιδερένια πόρτα του κοιμητηρίου, βρήκε σε λίγο το μαρμάρινο κενοτάφιο, είδε το γέρο άνθρωπο, κομμένον ως τη μέση, που τον κοίταζε με τα τυφλά του μάτια, και στάθηκε μπρος στ' ανασηκωμένο χώμα που σκέπαζε τη Ροδούλα. Η αδερφή του είχε τ' όνομά της στο σταυρό και μεσ' από ένα θαμπό τζάμι τον ατένιζε με κάποιο χαμόγελο, που ωστόσο δεν της σάλευε τα χείλη.

Δεν παραξενεύτηκε ωστόσο, δεν τρόμαξε το παιδί. Ίσα ίσα, ξετύλιξε το κουτί, έβγαλε με προσοχή την κούκλα και την απίθωσε τρυφερά τρυφερά πάνω στο χώμα. Τα μαλλιά της ήταν, όπως τα 'θελε η αδερφή του, ξανθά, μα χρύσισαν πιο πολύ καθώς ο ήλιος τα χάιδεψε με τα χέρια του για ύστερη φορά. Και τα μάτια της σαν ν' άστραψαν από κάποια περίεργη χαρά.

Ύστερα, ο Αγγελάκος έσκυψε, γονάτισε στο μνήμα και φώναξε στη νεκρή:
- Ροδούλα! Ε, Ροδούλα...Μ' ακούς;
Εκείνη βέβαια δεν τον άκουγε.
- Σου έφερα, καλέ, την κούκλα! της είπε πιο πρόσχαρα. Αύριο είναι Πρωτοχρονιά, Ροδούλα, χρόνια πολλά... Μ' ακούς;
Και πάλι η νεκρή σώπαινε.
"Θα κοιμάται", σκέφτηκε το παιδί. Και ζύγωσε πιο κοντά της, ακουμπώντας το μάγουλο του στο χώμα.
- Μόλις ξυπνήσεις, της μουρμούρισε, ν' απλώσεις τα χεράκια σου να πάρεις την κούκλα που σου 'φερα. Είναι ο μποναμάς σου Ροδούλα. Από μένα...

Στα χέρια του Άγγελου απόμενε άδειο το κουτί και η χρυσοκλωστή, λυμένη κι άχαρη.

Τάκης Δόξας "Λούνα Πάρκ"
Εκδόσεις "ΑΛΚΑΙΟΣ"