Τα Παιδεία Παίζει!!!


PhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucketPhotobucket

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Η Γλώσσα Μου!



Ο ΦΑΚΗΣ

Εμπρός, ένα δυο, προσοχή!

Εμένα με λένε Φακή.

Κορμί κορδωμένο,
μουστάκι στριμμένο,
γαλόνια χρυσά και σπαθί.

Η σάλπιγγα τάρα τατά.

σπαθί και ντουφέκι χτυπά,

μπαμ μπουμ το κανόνι,
μπουμ μπαμ το τρομπόνι.
Ποιός βγαίνει σε μένα μπροστά;

Γυρεύω παντού τον εχτρό.

Κι ας είν' αντρειωμένοι σωρό,

γιγάντοι και δράκοι,
θεριά με φαρμάκι,
καπνός μόλις πρόβαλα εγώ.

Μονάχα ξαφνιάζομαι, οχού!

τρομάζω απ' τους ίσκιους, χουχού!

Ένα φύσημα αγέρα,
κι ας είναι και ημέρα,
μου παίρνει κι αντρεία και νου

(Βασίλης Ρώτας)


Η ΣΑΚΑΡΑΚΑ

Γκραν και γκρουν και τρίκι τράκα...
Δες, περνάει μια σακαράκα!

Αγωνίζεται, μπαμ μπουμ
παλιοσίδερα χτυπούν.

Τρίκι τρακ στην ανηφόρα,
προσπαθεί να πάρει φόρα.

Πουφ πουφ πουφ μέσα στη σκόνη,
ξεφυσάει και ξεφουσκώνει.

Τρίκι τρακ και γκραν και γκρουν,
ουφ, τα λάστιχα βογκούν.

Ξάφνου παφ! έχουνε σκάσει
κι έχει η γειτονιά ησυχάσει

(Ρένας Καρθαίου)



ΤΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ

Tα δελφίνια στο χαρτί
του νερού χαρταετοί.
Όλο πήδους και ναζάκια
χρυσοφτέρουγα ναυτάκια
παίζουν και ασφυκτιούν
έξω στη ζωή να βγουν
με φωνές και με τραγούδια
με σημαίες και λουλούδια.

(Β.Αναγνωστόπουλος)


Ο ΠΑΠΠΟΥΣ

Ο παππούλης σαν κοπέλι*
κάθε μέρα πάει στ΄ αμπέλι.

Το σκαλίζει, το ποτίζει
και το διπλοκαθαρίζει.

Και το Μάη με τους ανθούς
κορφοκόβει τους βλαστούς.

Κι ως να διπλοξεφυλλίσει,
η αγουρίδα* έχει γυαλίσει.

Τώρα φέρνει στο μαντίλι
κόκκινο γλυκό σταφύλι.

Τώρα κάθεται δραγάτης*
ο παππούς ανοιχτομάτης

και του πάμε το φαΐ του
και μας δίνει την ευχή του

μας φιλεύει* και σταφύλια
σε καλάθια, σε μαντίλια.

(Βασίλης Ρώτας)



Αυτά είναι μερικά ποιήματα που θυμόμουν από το δημοτικό
κι έψαξα και τα βρήκα μιας κι έμαθα πως τα βιβλία αλλάξανε δυστυχώς :(
Αξίζει να τα διαβάσουν και οι νέες γενιές!!!
Ελπίζω να σας ζεστάνουν την καρδιά όπως ζέσταναν την δική μου!!!

Τρίτη 3 Μαΐου 2011



Γίνετε μία προσπάθεια να σωθεί το
ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ!!!


Γι' αυτόν τον ιερό σκοπό,
ΒΟΗΘΗΣΤΕ ΟΛΟΙ, ΣΑΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ!!!


Κάποια παιδιά δεν έχουν τα δικά μας αυτονόητα!!!


Σύνδεσμοςhttp://www.hamogelo.gr/


- Καλέστε στο 14545 από σταθερό (χρέωση 2,27 € ανά κλήση) ή κινητό (χρέωση 2,46 € ανά κλήση)

- Καλέστε στο 901 11 15 15 15 από σταθερό ΟΤΕ (χρέωση 3,67 € ανά κλήση)

- Στείλτε μήνυμα στο 54020 τη λέξη ΧΑΜΟΓΕΛΟ ή XAMOGELO (χρέωση 2,46 € ανά SMS)


Δευτέρα 24 Ιανουαρίου 2011

Ο γέρος και τα τρία αδέλφια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τρία αδέρφια και κίνησαν να πάν στα ξένα, για να βρουν δουλειά. Στο δρόμο που πήγαιναν έφτασαν σε μια ερημιά και κάθισαν σε μια βρύση κοντά να φάνε και να ξεκουραστούνε.
Εκεί που έτρωγαν, βλέπουν κι έρχεται ένας γέρος με το μπαστουνάκι του και τους χαιρετά:
-Ώρα καλή παλληκάρια!
- Πολλά τα έτη παππούλη, του είπαν εκείνα και το μικρότερο έκοψε ένα κομμάτι ψωμί και του είπε :
- Κάθισε παππούλη, και να λιγάκι ψωμί να φας.
Ο γέρος πήρε το ψωμί και κάθισε.

Εκεί στην ερημιά ήταν πλήθος τα κοράκια. Λέει ο γέρος του μεγαλύτερου παιδιού:
- Τι θα ήθελες παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που βρίσκεσαι;
- Θα ήθελα, του λέει, όλα αυτά τα κοράκια να ήταν πρόβατα και να ήταν δικά μου.
- Καλά, λέει ο γέρος. Αν όμως ερχόταν κανένας φτωχός και σου ζητούσε λίγο γάλα, θα του έδινες, άμα είχες τόσα πρόβατα;
- Θα του έδινα, λέει το παιδί, ό,τι ήθελε, γάλα, τυρί, μυτζήθρα, ό,τι ήθελε.

Ταπ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη κι έγιναν τα κοράκια πρόβατα. Άσπρισε ο τόπος από πρόβατα.
Σηκώθηκε το παιδί, μάζεψε τα πρόβατα κι έμεινε εκεί.

Οι άλλοι δυο με το γέρο πήραν πάλι δρόμο. Πήγαν, πήγαν, έφτασαν σε ένα λόγγο. Ρωτάει τώρα ο γέρος το δεύτερο:
- Τι θα ήθελες εσύ παιδί μου, να έχεις εδώ στον κόσμο που είσαι;
- Εγώ θα ήθελα παππούλη, όλα αυτά τα πουρνάρια να γίνουν ελιές και να είναι όλες δικές μου, είπε το παιδί.
- Καλά, του λέει ο γέρος. Αφού θα χεις τόσο λάδι, θα δίνεις και κανενός φτωχού;
- Θα δίνω, του λέει.

Ταπ! Χτυπάει ο γέρος το ραβδί του στη γη και τα πουρνάρια έγιναν στη στιγμή ελιές. Και το παιδί αυτό, απόμεινε εκεί κι έκανε μαγαζιά, γέμιζε τα βαρέλια λάδι και τα φόρτωνε στα καράβια.

Ο μικρότερος αδερφός απόμεινε μονάχος με το γέρο και πήραν πάλι δρόμο. Σαν έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι, κάθισαν στη βρύση που ήταν εκεί να ξεκουραστούν. Λέει ο γέρος του παιδιού:
- Αμ δε ζητάς κι εσύ τίποτε;
- Εγώ παππούλη θα ήθελα από αυτή τη βρύση να τρέχει μέλι.
- Και θα δίνεις στους φτωχούς μέλι, άμα σου ζητούν;
- Θα δίνω.

Ταπ! Χτυπά ο γέρος το ραβδί του στη γη κι αμέσως άρχισε να τρέχει μέλι από τη βρύση. Απόμεινε και το παιδί στο σταυροδρόμι, πουλούσε μέλι και μοίραζε και στους φτωχούς τους στρατοκόπους.

Ο γέρος έφυγε, πήγε στη δουλειά του.

Σαν πέρασε κάμποσος καιρός, το παιδί άφηκε έναν υπηρέτη στη βρύση να μοιράζει μέλι, κι αυτός ξεκίνησε να πάει να δει τα αδέρφια του γιατί τα πεθύμησε.
Εκεί που πήγαινε, κοιτάζει για ελιές, βλέπει ένα λόγγο από πουρνάρια. Πάει παρέκει, κοιτάζει για πρόβατα, βλέπει κοράκια κι ούτε λαδά ούτε τσέλιγκα
Κει που στεκόταν κι απορούσε, βλέπει κι έρχεται πάλι ο γέρος εκείνος και του λέει:
- Είδες; Ό,τι είπαν τα αδέρφια σου δεν το έκαμαν! Δεν έδιναν στους φτωχούς από τα καλά που τους εχάρισα. Γι' αυτό κι εγώ τους πήρα πίσω τις ελιές και τα πρόβατα. Συ όμως στάθηκες καλός και να έχεις την ευχή μου!

Και πριν τελειώσει το λόγο του, ο γέρος έγινεν άφαντος...


(Από το βιβλίο ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ,
ΕΚΔΟΤΑΙ Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΣΙΑ, ΑΘΗΝΑΙ)

Τετάρτη 10 Μαρτίου 2010

Ο μύθος της δεκαοχτούρας!

Όταν ήμουνα μικρή τα καλοκαίρια οι δικοί μου με πήγαιναν στο σπίτι της γιαγιάς μου η οποία έμενε δίπλα στο βουνό.Εκεί λοιπόν είχαμε μια πολύ μεγάλη και όμορφη αυλή γεμάτη πολύχρωμα και ευωδιαστά τριαντάφυλλα και στο πλάι δύο μεγάλα πεύκα με μια κρεμασμένη κούνια.Κάθε μέρα έβγαινα και έπαιζα και μου κάνανε παρέα τα πουλιά.Μια μέρα ρώτησα τη γιαγιά μου τι πουλιά είναι αυτά και μου απάντησε πως λέγονται δεκαοχτούρες.Γεμάτη χαρά και θαυμασμό για τη νέα πληροφορία τις χάζευα ώρες και άκουγα τον ήχο τους.Κάποια στιγμή η γιαγιά μου μου είπε αν ξέρω τον μύθο της δεκαοχτούρας και της απάντησα όχι και τότε μου είπε:


Ήταν κάποτε μια πανέμορφη κοπέλα.Ήταν πολύ νοικοκυρά και τακτική.Ήταν καλή μαγείρισσα και όλα τα παλικάρια την ήθελαν για γυναίκα τους κι όλες οι πεθερές για νύφη.Εκείνη όμως αγάπησε ένα παλικάρι όμορφο κι αυτό που όμως η μάνα του δεν την ήθελε γιατί τη ζήλευε.Το παλικάρι δεν άκουσε τη μάνα του και παντρεύτηκε την κοπέλα κι ήταν πολύ χαρούμενοι και οι δύο.Η πεθερά όμως πάντα προσπαθούσε να τους χωρίσει.Μείωνε την κοπέλα.Την έβαζε να κάνει όλες τις δουλειές και να καθαρίζει τα καθαρά,την έστελνε για θελήματα και ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένη.Η καημένη η κοπέλα τα έκανε όλα αγόγγυστα και χωρίς να κάνει ποτέ κανένα παράπονο,ελπίζοντας κάποια μέρα να καταλάβει η πεθερά και να την αγαπήσει.

Μια μέρα η πεθερά σκεφτόταν τι να την βάλει να κάνει κι έτσι αποφάσισε να της ζητήσει να κάνει 18 ψωμιά.Η κοπέλα έπεσε στη δουλειά και ως το μεσημέρι τα είχε κιόλας τελειώσει όμως η πεθερά έσκασε από το κακό της και σκεφτόταν τι να κάνει για να την πικράνει.Όταν γύρισε λοιπόν ο γιος από τη δουλειά,πήγε και τον έπιασε και κατηγόρησε την κοπέλα ότι ενώ είχε ψήσει 19 ψωμιά το ένα το έφαγε όλο μόνη της.Ο άντρας της δε μίλησε κι έτσι η μάνα του άρχισε να λέει παντού πως η νύφη της έψησε 19 ψωμιά και το ένα το έφαγε μόνη της.Η κοπέλα δεν άντεξε άλλο και πικραμένη άρχισε να τριγυρνάει φωνάζοντας 18,18ψωμιά,18.Από την πίκρα και τη στεναχώρια της η κοπέλα τρελάθηκε κι ο Θεός που είχε δει την αδικία και την κακία της πεθεράς την έκανε πουλί.
Το πουλί αυτό είναι η δεκαοχτούρα που γυρνάει ακόμα και φωνάζει 18 προσπαθώντας να βρει το δίκιο της!


Οι δεκαοχτούρες για μένα είναι κάτι πολύ αγαπημένο!Σε όλη μου τη ζωή τις άκουγα και πάντα σκεφτόμουν το μύθο,τη γιαγιά μου,το καλοκαίρι.Σήμερα μένω κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου.Εκείνη έφυγε,τα δέντρα κόπηκαν,τα τριαντάφυλλα μαράθηκαν,ο κήπος άλλαξε...Το μόνο που μένει να μου θυμίζει είναι οι δεκαοχτούρες και όσα με ευλάβεια έχω κλειδωμένα στο μυαλό και την καρδιά μου.

Ελπίζω να σας άρεσε!