Τα Παιδεία Παίζει!!!


Παρασκευή, 28 Σεπτεμβρίου 2012

Εξαγριωμένη!!!

Σε αυτό το μπλογκ μοιράζομαι μαζί σας παραμύθια γνωστών και αγνώστων συγγραφέων, τα οποία αγαπώ! Δεν είναι δικά μου! Δε μου ανήκει κανένα από αυτά και φυσικά, από εμένα είστε ελεύθεροι να αντιγράψετε ότι θέλετε αν θέλετε! Όμως μερικές φορές μοιράζομαι μαζί σας δικές μου, ολόδικες μου, παιδικές αναμνήσεις ή κάποιο κείμενο που μπορεί να εμπνευστώ... Γι' αυτά λοιπόν, θα σας παρακαλούσα, αν κάποια στιγμή θελήσετε να τα αντιγράψετε να ρωτήσετε ή έστω να βάλετε σε μια άκρη μια αναφορά από που τα πήρατε... Το να βλέπεις μια ανάμνηση σου να την σφετερίζεται και να την χρησιμοποιεί κάποιος άλλος σαν δική του είναι επιεικώς απαράδεκτο!!!

Πριν λίγο έπεσα τυχαία σε μια τέτοια περίπτωση και ομολογώ πως είμαι ΕΞΑΓΡΙΩΜΕΝΗ!!!
Όπως είπα και στην ίδια την κοπέλα, αν ήταν μια οποιαδήποτε άλλη ιστορία δε θα με ένοιαζε!!! Αυτό όμως ήταν δικό μου!!! Μόνο δικό μου!!! Το έζησα!!! Είναι μια ανάμνηση ΔΙ ΚΗ ΜΟΥ!!! ΠΟΛΥΤΙΜΗ!!! Κάτι που το μοιράστηκα με έναν άνθρωπο που λάτρευα!!! Δεν ήταν κάτι που έβγαλα από το μυαλό μου...

Ντροπή!!! Μόνο αυτό έχω να πω!!!

Σας ζητώ συγγνώμη που κάνω αυτή την ανάρτηση εδώ! Δε μου αρέσει, αλλά δυστυχώς αυτό που έγινε αφορά αυτό τον χώρο κι εγώ έπρεπε να τα πω γιατί αλλιώς θα έσκαγα...

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

Το λυπημένο ποντικάκι

Μια φορά, ζούσε ένα ποντικάκι που ήταν πολύ ήσυχο. Όλοι το
έλεγαν Λυπημένο. Δεν είχε φίλους και κανένας δεν του έλεγε
μια καλή κουβέντα, όλοι το πείραζαν. Το σκυλάκι του έλεγε:
- Γιατί έχεις μια τόσο μεγάλη και άσχημη ουρά;


Μια μέρα πήγε να παίξει στο
λιβάδι. Όμως, κανένα από τα
ζωάκια του λιβαδιού δεν ήθελε να παίξει μαζί του.
- Κοίταξε τι άσχημη ουρά έχει! είπε η μέλισσα.
- Τι άσχημο ζώο! μουρμούρισε η πεταλούδα.
- Γιατί δεν πας σπίτι σου!
φώναξε ο σκαντζόχοιρος.
Δεν σε θέλουμε εδώ.


Ακόμη και τα μικρά πουλιά γελούσαν καθώς έβλεπαν το ποντικάκι. Κρυμμένα στις φυλλωσιές των δέντρων, τα πουλιά κοίταζαν τον Λυπημένο κι έλεγαν το ένα στ' άλλο:
- Κοίταξε πόσο άσχημο είναι αυτό το ποντικάκι.
Έπειτα γελούσαν: Χα, χα, χα!
Όταν σταματούσαν τα γέλια, του φώναζαν:
- Πήγαινε σπίτι σου, Λυπημένε, πήγαινε σπίτι σου!

Το ποντικάκι ήταν πολύ στενοχωρημένο. Γιατί να μην το αγαπά κανείς; Δεν ήταν σκανταλιάρικο. Κανένα δεν πείραζε!
Ξαφνικά, άκουσε ένα θόρυβο να έρχεται από ψηλά. Κοίταξε και είδε ένα μικρό πουλί να πέφτει από τη φωλιά του. Οι γονείς του πουλιού έλειπαν. Είχαν πάει να βρουν τροφή να το ταΐσουν.

Το πουλάκι έπεσε κάτω, κοντά στα πόδια του Λυπημένου.
- Καημένο πουλάκι, είπε ο Λυπημένος. Θ' αρρωστήσεις αν δε σε φροντίσει κάποιος. Μη στενοχωριέσαι, θα σε βοηθήσω εγώ.

Ο Λυπημένος πήρε ένα φύλλο γεμάτο δροσοσταλίδες και βοήθησε το
πουλάκι να πιει. Έπειτα κράτησε το πουλάκι κοντά του για να είναι ζεστό
και κανείς να μην το πειράξει.

Όταν γύρισαν οι γονείς του μικρού πουλιού, λυπήθηκαν πολύ που δε βρήκαν το παιδί τους στη φωλιά του. Ξαφνικά, είδαν τον Λυπημένο να κάθεται δίπλα στο πουλάκι.
- Ευχαριστούμε πολύ, Λυπημένε, του είπαν. Έσωσες το παιδάκι μας.

Τα πουλιά ζήτησαν συγγνώμη που κορόιδευαν τον Λυπημένο και μίλησαν σ' όλα τα ζώα για την καλή του πράξη.
- Από εδώ και πέρα θα σε λέμε Λυπημένο και Ευγενικό, είπαν τα ζώα. Σε παρακαλούμε να μας συγχωρέσεις που σου φερθήκαμε άσχημα.
Από τότε, ο Λυπημένος απόχτησε πολλούς φίλους και ποτέ πια δεν ήταν λυπημένος και μόνος.

Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Το σκανταλιάρικο λαγουδάκι

Ο Ρόνυ ήταν ένα λαγουδάκι που του άρεσα να κοροϊδεύει τους άλλους. Μια μέρα, έδωσε στον ποντικό Μάρτιν ένα κομμάτι τυρί. Έκανε όμως την πονηριά να δέσει το τυρί σε μια παγίδα. Μόλις ο ποντικός Μάρτιν πήγε να φάει το τυρί, έκλεισε η παγίδα και του πλήγωσε τη μύτη.

Μια άλλη μέρα, ο Ρόνυ είδε το σκυλάκι του γειτονικού αγρού που τον έλεγαν Ραφ. Ο Ραφ φρόντιζε τις φράουλες και ήταν πολύ απασχολημένος. Τότε ο Ρόνυ σκέφτηκε να του κάνει μια πονηριά.



- Γεια σου, Ραφ! Μήπως θέλεις ένα ωραίο λουκανικάκι;
-Ασφαλώς θέλω, αποκρίθηκε ο Ραφ.
- Να το, το λουκανικάκι σου. Κάποιος το έχασε καθώς επέστρεφε από το χασάπη.



Ο Ραφ δάγκωσε ένα κομμάτι. Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν πραγματικό λουκάνικο, αλλά λάστιχο από σωλήνα. Ο Ρόνυ το είχε βάψει για να μοιάζει με λουκάνικο! Με ο δάγκωμα που έκανε ο Ραφ, άνοιξε μια τρύπα και το νερό πετάχτηκε με δύναμη και τον έλουσε.

Ο Ρόνυ σκέφτηκε τώρα κάτι άλλο. Πήγε κοντά στη λιμνούλα που κολυμπούσαν οι πάπιες κι έριξε καλαμπόκι. Μια μεγάλη πάπια, η Ντότυ, έφαγε όλα τα σπυριά του καλαμποκιού που βρήκε μπροστά της. Έπειτα είδε ότι υπήρχαν μερικά ακόμη σπυριά καλαμπο-
κιού κάτω από τα φύλλα...

Ο Ρόνυ την παρακολουθούσε. Ξαφνικά, τράβηξε ένα σχοινί και η Ντότυ βρέθηκε ψηλά κρεμασμένη από το ράμφος της. Κάτω από τα φύλλα, ο Ρόνυ είχε στήσει την παγίδα του. Ο Μάρτιν, ο Ραφ και η Ντότυ αποφάσισαν να τιμωρήσουν το σκανταλιάρικο λαγουδάκι.

Τα τρία ζωάκια στάθηκαν κοντά στη λιμνίτσα και φώναξαν:
-Ρόνυ, έλα να δεις.
Το περίεργο λαγουδάκι πήγε να δει τι συμβαίνει. Αλλά πριν προλάβει να μιλήσει, τα τρία ζωάκια το πέταξαν μέσα στη λίμνη!


Τώρα γελούσαν όλοι με το πάθημα του Ρόνυ. Έτσι, το σκανταλιάρικο λαγουδάκι αποφάσισε να μην ξαναπειράξει κανένα ζωάκι.


Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ένα χαριτωμένο σκυλάκι

Ο Πάντυ ήταν ένα χαριτωμένο σκυλάκι που ζούσε κοντά σε μια λίμνη. Μια μέρα αποφάσισε να πάει για ψάρεμα. Ετοίμασε το καλάμι του, το δόλωμα και τ' αγκίστρι, και τράβηξε κατά τη λίμνη.
-Θαρρώ πως θα πιάσω πολλά ψάρια σήμερα, μουρμούρισε.


Αλλά ο Πάντυ δεν είναι πολύ κέφι την ημέρα αυτή. Δυο πάπιες που ήταν αδερφές, έπαιζαν κοντά στη λίμνη. Όταν ο Πάντυ τις πλησίασε τους φώναξε δυνατά:
- Μη μου πιάνετε το δρόμο, πηγαίνετε στην άκρη.
- Μπορούμε να έρθουμε μαζί σου για ψάρεμα; ρώτησαν οι πάπιες.
- Όχι! αποκρίθηκε ο Πάντυ, αφήστε με μόνο μου!


Ο Πάντυ μπήκε σε μια βάρκα κι άρχισε να ψαρεύει. Δεν έπιασε, όμως, κανένα ψάρι και οι πάπιες τον κορόιδευαν από μακριά.
- Πώς πάει το ψάρεμα, Πάντυ;
- Να μη σας νοιάζει, φώναξε θυμωμένα ο Πλαντυ.


Ο Πάντυ δεν έχασε την υπομονή του. Έπειτα από αρκετή ώρα, έπιασε ένα ψάρι.
- Οι πάπιες θα χαρούν πολύ αν τους δώσω το ψάρι, μουρμούρισε ο Πάντυ. Αλλά δεν πρόκειται να τους το
δώσω! Θα το φάω μόνος μου.


Ο Πάντυ είδε ξαφνικά ότι η βάρκα του άρχισε να γέρνει.
- Η βάρκα μου βουλιάζει, φώναξε. Θα πνιγώ! Βοηθήστε με!
Οι πάπιες άκουσαν τις φωνές του Πάντυ και είδαν τι συμβαίνει.


- Πάμε να τον βοηθήσουμε,
είπαν και οι δύο μαζί.
Οι αδερφές πάπιες πήδηξαν γρήγορα στο νερό κι έδεσαν δυο σχοινιά στη βάρκα του Πάντυ. Έπειτα τον τράβηξαν και τον έβγαλαν έξω από τη λίμνη.


- Σας ευχαριστώ πάρα πολύ που μου σώσατε τη ζωή, είπε ο Πάντυ και πήρε αγκαλιά του τις δύο πάπιες. Υπόσχομαι να μην ξανακάνω τον εγωιστή και να είμαι πάντοτε καλός μαζί σας.

- Βεβαίως σε συγχωρούμε! είπαν οι πάπιες. Κι ύστερα, οι τρεις φίλοι κάθισαν στο γρασίδι κι έφαγαν το ψάρι που είχε πιάσει ο Πάντυ.

Εκδόσεις ΑΓΚΥΡΑ


Υ.Γ.: Όσο για τις εικόνες :Ρ το καλό το παλικάρι ξέρει κι άλλο μονοπάτι :Ρ